Report dead links to pentaedron@gmail.com
Twingly BlogRank
I heart FeedBurner

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Ένα Γιαννιώτ’κο σπίτι της δεκαετίας του ‘30...



Πάμε να σας ξεναγήσω σ’ ένα Γιαννιώτικο σπίτι, της δεκαετίας του τριάντα... Μάλλον δεν απόμεινε, ούτε ένα για δείγμα από κείνα τα σπίτια, που ήταν και τότε ακόμα παμπάλαια.


Απ’ λέτε ...από τον στενό δρόμο του μαχαλά εκείνου, πάταγες σε λίγο γκαλντερίμι κι ανέβαινες σ’ ένα πλατύσκαλο. Η πόρτα ήταν βαριά, ξ’λένια (ξύλινη) με δυο χοντρούς κρίκους και στα δυο φύλλα της, για να περνάει η αλυσίδα με την κλειδωνιά τη ριχτή όταν έφευγαν για όξω οι νοικοκυραίοι. Είχε κι ένα τσιόκανο –όχι εκείνο το κομψό χεράκι που βλέπουμε ακόμα σε κάποια παλιά σπίτια, αλλά ένα άλλο είδος τσιόκανο, ένα σαν ...σφυρί, σαν σκεπάρι, ένα μπαντάλικο πάντως, κι από μέσα η πόρτα σφάλιζε με τις γνωστές σιδεριές, που τις σηκώνεις και τις κουμπώνεις στις θήκες τους, ξέρετε...

Μέσα από την πόρτα άρχιζε ο πλακοστρωμένος οβορός. Αριστερά, ροβόλαε πάλι γκαλντερίμι για τα κατώϊα με την δεντρογαλιά την άτιμη. Δεξιά, ήταν το όξω μαγειριό με όλες του τις ...ευκολίες - εκείνης της εποχής!.. Από τον οβορό για να κατεβείς στο κατώϊ δεν υπήρχε τίποτε διαχωριστικό, παρά μια αλτάνα με καλοθρεμένες ορτάνσιες – που λύσιαζαν στην ανθοφορία, όλα τα καφόνερα εκεί τάριχναν... γιατί έκαναν καλό στο γομαρολούλουδο, που το λέω εγώ... Ορτάνσιες νταβραντισμένες, ήταν και στην απέναντι πλευρά του οβορού και μπροστά στα κάγκελα της κρεβατίτσους (κι όχι κρεβατίτσας). Αυτή η κρεβατίτσα, είχε γδαρθεί στην κυριολεξία!.. Ήταν η εξωτερική βεράντα με ξύλινο πάτωμα, που σ’ αυτή κοίταζαν τέσσερα παράθυρα του σπιτιού. Αυτή η βεράντα θα ήταν ένα υπέροχο πράγμα, από την Άνοιξη ως το Φθινόπωρο, αν είχε να κάνει με λογικούς ανθρώπους κι όχι με αποκουτριασμένους (υποχόντριους, το είπαμαν). Σε τέτοιες κρεβατίτσες οι οικογένειες οι λογικές περνούσαν ζωή χαρισάμενη που λέει ο λόγος... Είχαν αρκετό πλάτος και ο ήλιος δεν το έπιανε ως το βάθος. Εκεί έπιναν τον καφούλη τους, εκεί καθάριζαν το ζαρζαβάτι τους, εκεί μπάλωναν τα σ’κτιά τς και τα τσιουρέπια τς, εκεί σιδέρωναν με το ατάραγο σίδερο με τα κάρνα, εκεί το απογευματάκι οι τσιούπρες έπιαναν το κέντημα κι οι μανάδες κι οι κυραμάνες το τσιουρέπι για τς άντρις... μαλλίσια για το χειμώνα ...βαμπακιρνά για το καλοκαίρι και τα τσιαγούλια έλεγαν-έλεγαν και ματσιάλαγαν πότε καμιά κοκόσια (καρύδα), πότε κάνα ρόϊδο από τις ροϊδιές, που ήταν σ’ ολνούς τους μπακτσιέδις ...ή, στην καλύτερη περίπτωση η κυρά του σπιτιού έφκιανε τσιότσιο χαλβά στο τηγάνι με καμένο αλεύρι, λάδι και σιορόπωμα με σιορόπια από γλυκά του κουταλιού – που ποτέ δεν πετάζονταν όταν σκόλναγε το γλυκό. Εκείγια, στο μαγειριό, στα γλήγορα, έκαιγε το λάδι με το αλεύρι και σαν σκούραινε το αλεύρι έριχναν το σιορόπι και μια χούφτα κοκόσιες και έβγαζαν σ’ ένα σαγάν χοντρές κουταλιές χαλβά και τον πασπάλιζαν με τσιότσιο κανέλα και ψια γκαρούφαλο, και να ένα γλυκό τς φτήνιας και της παρέας. Αυτά, όμως, τάκαναν σ’ άλλα σπίτια –που ήξεραν γιατί ζιουν– κι όχι στο σπίτι της Αντιγόνης και του Χρήστου, που κουμάντο έκανε η Ευνομία και δεν ήξερε γιατί ζιει... το κούτσουρο!..

Αυτά γένονταν στις κρεβάτες άλλων ανθρώπων, φυσιολογικών που λέμε. Το χειμώνα αυτές οι κρεβατίτσες χόρταιναν ρούχα για στέγνωμα κι οι νοικοκυρές που είχαν αυτή την ευκολία ήταν ...αξιοζήλευτες. Ετούτη η φαμίλια, που σας μολογάω, δεν ήθελε και πολλές ευκολίες, ήθελε να παιδεύεται, σαν να ήταν κάτι το τιμητικό, σα να τους έδιναν βραβείο... Εδώ που τα λέμε ...μόνο μούντζες τους έδιναν από πίσω τους!.. «Να ...ξουπάρματα, να γομάρια, να σπαγγοραμέν’ π’ δε ξέριτι να ζήσετε...». Είπαμαν, ήταν και η ζήλεια για την προκοπή που είχαν, αλλά το ...παράχεζαν που λέγαμαν εδώ. Κάθονταν και τουρτούριζαν στο όξω μαγειριό, ως τα Χριστούγεννα για νάναι καθαρά τα σπίτια ως το γιορτάσι του πατέρα.... Μ’ αυτή τη μεγάλη γιορτή άνοιγε και το σπίτι τους διάπλατα, γιατί όλα τα σιρκά της φαμίλιας ήταν αρχαίοι Έλληνες ...δηλαδή είχαν ονόματα αρχαίων μας, που δεν υπήρχαν άγιοι με τέτοια ονόματα. Άμα ήθελαν να γιορτάσουν μπορούσαν να γιορτάσουν των Αγίων Πάντων... (δεν ήταν μπανταλή η θρησκεία μας να μη βρει ονομαστική και για τα ονόματα των ξακουστών αρχαίων μας!..) Γι’ αυτό και η οικογένεια τούτων που σας μολογάω... τόκαιγαν τα Χριστούγεννα... Μη φανταστείτε τίποτα οικονομικά ξεβρακώματα ...Τόκαιγαν, απλώς, στις ετοιμασίες.
Αυτή η κρεβατίτσου, που δεν άφηναν ούτε τη γάτα να πατήσει – όλο τσιτ και τσιτ της φώναζαν – γένονταν ένα μισοϋπαίθριο καταχειμωνιάτικο σαλόνι!.. Εκεί να γλέπαταν ζούρλια και δώστε βάση: Το ξύλινο πάτωμα είχε βουρτσιστεί πάλι με τη σκληρή βούρτσα μέχρι που ξεπετάγονταν οι πρόκες. Οι δύο ξύλινοι καναπέδες, που ήταν πάντα στρωμένοι με κλάρες το καλοκαίρι και χράμια το χειμώνα... αλλά πρόχειρα στρωσίδια – που έλεγαν τα μανοθυγάτερα. Τώρα ήταν στρωμένοι με βελέντζες ροδί χρώμα και στο πάτωμα καρπέτα μπαχτή και μαξιλαράκια πλουμπιστά και στη μέση τραπέζι με το τραπεζομάντηλο το κάμποτ και την βυζαντινή βελονιά και το περιθώριο με μαύρο μουλινέ...
Πραγματικά φάνταζε όμορφη η κρεβατίτσου, άσχετο αν μάζευαν ένα κάρο υγρασία τα καψαρά τα στρωσίδια και τα κεντήματα. Έπρεπε όμως να φανούν τα προικιά της τσιούπρας – έστω και μια μέρα το χρόνο!.. Και σαν έκανες και έμπαινες μέσα... Τάχανες από τα χρώματα και τα πλουμπούδια και τα εργόχειρα... τόσο, που νόμιζες πως αυτά ήταν σε ώρα γάμου και όχι η Ευνομία η δόλια!

Η μέσα κρεβάτα που ήταν και το σαλόνι, ας πούμε ήταν κάτι το φανταστικό. Γύρω-γύρω ήταν πόρτες δωματίων και στη μια της πλευρά που κοίταζε σε πλαϊνό σοκάκι, ήταν μπαλκονόπορτα και δυο μεγάλα παραθύρια, όλα με άσπρες κουρτίνες με βαρύ ασπροκέντι της μηχανής και στο πλάι τους άλλες κουρτίνες υφαντές, που σου ζέσταιναν το μάτι. Δυο αστραφτερά μαγκάλια έκαναν μια γλυκιά ζεστασιά με τα κάρβουνα σα βουνά και καλοχωνεμένα. Δεν ήταν κάρβουνα αγορασμένα, ήταν από ξύλα πουρναρίσια που έκαιγαν στο μεγάλο τζιάκι του παλιού μέσα μαγειριού. Εκεί να γλέπαταν μαγειριό παλιοκαιρίτικο!.. Ένας τεράστιος χώρος με τους τοίχους όλους ντουλάπια, γιομάτα με σκαφίδια για ζύμωμα και πλύσης ...λιγένια διάφορα μπακιρένια ...πλαστήρια, τεντζιερέδες λογιών-λογιών, πιατικά σε πιατοθήκες πανάρχαιες – που λέει ο λόγος και λίμπες πήλινες και στάμνες και τσιανάκια ...ποιος ξέρει από πόσες γενιές, γαμώτη του.

Αυτό το μαγειριό, δεν το χαμπέριζαν (υπολόγιζαν) τον άλλον καιρό, όλη τη λάτρα την έκαναν στο όξω μαγειριό – που είχε κι ένα παραθύρι στο σοκάκι κι έβλεπαν κι έναν άνθρωπο και καταλάβαιναν πως ήταν ζωντανοί... Κι ένα περίεργο πράγμα, ενώ δεν είχαν και πολλά πάρε-δώσε με κόσμο, στο γιορτάσι του κ. Χρήστου κοπάναε το σύμπαν – που λέμε. Ακόμα και άγνωστοι έρχονταν με κάποιους γνωστούς τους ...έτσι, για να δουν τα προικιά της τσιούπρας...

Γράφει: Η Κούλα Τζαλμακλή-Χατζηγιάννη

ΠΗΓΗ

Ο Γιώργος Φακίτσας κάνει τις αναλύσεις του για τα τρέχοντα πολιτικά θέματα της χώρας μας στο...

Επισκεφτείτε το.!

Οι φίλοι μας. Επισκεφτείτε τους.!!

lavalife contatore visite website counter
Besucherzahler russian girls
website counter

  © Blogger template 'Morning Drink' by Ourblogtemplates.com 2008

  © Modified by Pentaedron 2009

Back to TOP